«Η τελευταία τριλογία», Σάμιουελ Μπέκετ

Η Συντροφιά, το Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο, και το Ολοταχώς προς το χειρότερο συνιστούν την τελευταία τριλογία του Σάμιουελ Μπέκετ η οποία κυκλοφορεί, όπως και οι Τρεις διάλογοι, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Το εξαιρετικά επίμοχθο μεταφραστικό έργο διεκπεραίωσε, εμβαθύνοντας σε κάθε φράση του συγγραφέα με εντατική προσήλωση για να μην αμβλυνθεί ο αρχικός ποιητικός αντίκτυπος της συναρμογής των λέξεων, ο Θωμάς Συμεωνίδης ο οποίος υπογράφει −και στα δύο βιβλία− τις εισαγωγές και τα επίμετρα με τρόπο που παραθέτει ακλόνητα τεκμήρια για την ολοκληρωμένη, πολύπλευρη σπουδή του πάνω στο έργο και τη ζωή του Ιρλανδού συγγραφέα και συμβάλλει καθοριστικά, μέσα από την ευρεία προσέγγιση που επιχειρεί, στην επίλυση της μπεκετικής εξίσωσης προσφέροντας έτσι δάδες περιπλάνησης στους αναγνώστες που πιθανώς, ερχόμενοι για πρώτη σε επαφή με τα έργα του Μπέκετ, σαστίσουν από τη φαινομενική σύμπλευση του ακατανόητου με το μαγευτικό, του εκ πρώτης όψεως απροσπέλαστου με τη δύναμη της ατόφιας τέχνης. Συνέχεια

Advertisements

Η αποκλεισμένη

Ο Ρουντιάν Στέφα είναι ένας αναγνωρισμένος δραματουργός ο οποίος, παρά την ευνοϊκή αποδοχή των έργων του, αντιμετωπίζει τη λογοκρισία είτε αυτή προέρχεται από το Καλλιτεχνικό Συμβούλιο είτε από το αλβανικό καθεστώς. Αναγκάζεται να περικόψει σκηνές, να τροποποιήσει διαλόγους, να αφαιρέσει ενέργειες των ηρώων του προκειμένου τίποτα να μην μπορεί να εκληφθεί ως ελάχιστη υπόνοια μομφής ενάντια στο κόμμα εργασίας του Ενβέρ Χότζα. Η Μιγκένα, πανέμορφη έφηβη που ετοιμάζεται να παραστεί στη χοροεσπερίδα αποφοίτησης, θαυμάζει το έργο του Στέφα και, ύστερα από το τέλος μιας παράστασης, στέκεται στην ουρά για να της υπογράψει το βιβλίο του. Αυτή είναι η απαρχή της γνωριμίας τους, η αιτία ανακίνησης ενός δράματος που παραπέμπει στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Η Λίντα Μπ., εξόριστη με την οικογένειά της σε ένα απομακρυσμένο χωριό, με τη νοσταλγία για τα Τίρανα να εμποτίζει κάθε μόριο σκέψης και με τον πόθο της επιστροφής να δέχεται αλλεπάλληλες ματαιώσεις, αναθέτει στη σχολική της φίλη, Μιγκένα, να της στείλει ένα υπογεγραμμένο αντίτυπο του Στέφα και αυτός γράφει: «Στη Λίντα Μπ. Ενθύμιο από τον συγγραφέα». Εξαιτίας αυτού του υπογεγραμμένου αντιτύπου ο Στέφα καλείται να δώσει εξηγήσεις στην Κομματική Επιτροπή όταν η Λίντα Μπ. αυτοκτονεί έχοντας αφήσει πίσω της ένα ημερολόγιο με συχνές αναφορές στον συγγραφέα. Ο Στέφα, που ουδέποτε έχει συναντήσει τη Λίντα Μπ., υποψιάζεται ότι η στυγνή εξουσία, μέσω της Κομματικής Επιτροπής, έχει οργανώσει μια συνωμοσία για να τον κατηγορήσει ως εχθρό του κόμματος. Πιστεύει πως κάποιες διφορούμενες σκηνές στο έργο του ανακίνησαν τις υποψίες του Κόμματος. Πιστεύει πως η σύνδεση που επιχειρείται με την εξόριστη Λίντα Μπ. έχει σκοπό να αναδείξει την αντικαθεστωτική του δράση. Τέλος, πιστεύει πως η καλλονή Μιγκένα στρατολογήθηκε από το κόμμα για να τον παραπλανήσει ερωτικά και να τον καταδώσει στη συνέχεια. Παρότι ο αρμόδιος ανακριτής τον διαβεβαιώνει ότι δεν του αποδίδονται κατηγορίες και η υπόθεση κλείνει γρήγορα καθώς, από τα μικρόφωνα για τις παρακολουθήσεις και τις εξονυχιστικές έρευνες, δεν προκύπτει καμία επαφή με τη Λίντα Μπ., εκείνος, αδυνατώντας να συντάξει λογικές εξηγήσεις, απορώντας για μια σειρά αλυσιδωτών περιστατικών όπως η όψιμη γνωριμία με τη Μιγκένα και η παράκλησή της να υπογράψει ένα βιβλίο του για τη φίλη της, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το μυστήριο. Ο ανακριτής, όμως, δεν έχει να του παραχωρήσει περαιτέρω πληροφορίες αφού η υπόθεση στερείται πολιτικών προεκτάσεων. Μόνο η Μιγκένα κατέχει τις απαντήσεις που θα διαφωτίσουν τον αινιγματικό θάνατο της Λίντας Μπ. Μέσα, λοιπόν, από την αφήγηση της Μιγκένα αποκτά υπόσταση ένα δράμα στο οποίο ο θάνατος είναι μια λυτρωτική διαφυγή. Όπως ο Ορφέας χάνει την Ευρυδίκη του επειδή, παρά τη συμφωνία με τον Άδη, γυρίζει να την κοιτάξει έτσι και η Λίντα Μπ. χάνεται όταν το εξαθλιωτικό πρόσωπο της εξορίας στρέφεται προς το μέρος της για να την καλέσει να επιστρέψει.

Ismail Kadare

Ismail Kadare

Ο Ισμαήλ Κανταρέ, στο εξαίρετο συμπυκνωμένο έργο του, αποφεύγοντας τον καταγγελτικό λόγο, τις λαβυρινθώδεις αναλύσεις και τη λογοτεχνική αφυδάτωση ενός αυστηρώς πολιτικού κειμένου, καταφέρνει να στήσει ένα σύγχρονο δράμα όπου έρωτας, θάνατος, δικτατορίες και συνεπαγόμενες ανελευθερίες, συμπλέκονται, και αναδεύονται, παράγοντας ένα πρισματικό μίγμα όπου η μία ιστορία οδηγεί στην άλλη, όπου κάθε ιστορία εμπεριέχει μια άλλη, όπου η πραγματικότητα αναφύεται πολλαπλασιάζοντας νέες πραγματικότητες και καταφύεται αποκρύπτοντας τη σύστασή της, δηλαδή την πραγματικότητά της. Στηλιτεύει τις σταλινικές μεθόδους εξόντωσης, τις απάνθρωπες μεθόδους περιθωριοποίησης των αντιφρονούντων με τα πενταετή πλάνα εξορίας σε απομακρυσμένα χωριά, τη διαρκή παρακολούθηση της μυστικής αστυνομίας με μικρόφωνα εγκατεστημένα κάτω από τα τραπέζια των καφετεριών, βιώνει την απόγνωση των ανθρώπων της τέχνης που τα έργα τους κείτονταν, με προτεταμένο τον λαιμό, κάτω από τη λαιμητόμο της λογοκρισίας, κυματίζεται από τον παλμό μιας σαραντάχρονης εποχής που σημάδεψε τη χώρα του. Το σπουδαίο του κατόρθωμα είναι ότι, αναφερόμενος σε όλα αυτά, διασώζει τον συγγραφέα και, μέσα από τις περίτεχνες κρύπτες του, θριαμβεύει η λογοτεχνία. Αν και σε κάποια σημεία, περιστασιακά και σε μία μόνο πρόταση, λειτουργεί ως διερμηνέας της προηγούμενης παραγράφου −αναπόδραστη τακτική ενός συγγραφέα που νομίζει ότι δεν έχει γίνει κατανοητός κι έτσι αφαιρεί κάτι από τη μαγεία της πολλαπλής ερμηνείας και του αποσυμβολισμού−, το λογοτεχνικό του οικοδόμημα είναι διαχρονικό κι εκχύνεται στους παραπόταμους της πολλαπλής ανάγνωσης. Χρησιμοποιεί θαυμαστά την αλληγορία. Μεταχρονίζει με σεβασμό τον μύθο. Οι δύο, επιπλέον, χορδές στην άρπα του Ορφέα είναι τα πλεονάζοντα πυρομαχικά του για να προσδώσει ευρυγώνια και, ταυτόχρονα, ομφαλοσκοπική οπτική στο έργο του, για να αποκοιμίσει τον άγρυπνο Κέρβερο που γρυλλίζει για να του αποσπάσει το πρόσθετο εφόδιο, τις δύο παραπανίσιες χορδές, τις τόσο απαραίτητες για έναν συγγραφέα που θέλει να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μεγάλους.
Η τραγωδία της εξόριστης κοπέλας, η τραγωδία όλης της οικογένειάς της που, για πέντε χρόνια, ζει με την απαντοχή μιας επιστολής που θα της επιτρέπει την επιστροφή στην πρωτεύουσα, καθρεφτίζεται οδυνηρά στην παρανοϊκή επιθυμία της Λίντα Μπ. να πάσχει από καρκίνο, να διαγνωστούν κακοήθεις όγκοι στους μαστούς της καθώς αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να παρατείνει την παραμονή της στην πρωτεύουσα. Καλύτερα να είναι αντιμέτωπη με τον ακαριαίο σωματικό θάνατο παρά με τον μακροχρόνιο ψυχικό θάνατο της εξορίας. Αυτή η ανομολόγητη επιθυμία της είναι η ουσία του δράματος, η τρομερή, και τρομακτική, διάστασή του.
Η «Αποκλεισμένη» του Κανταρέ αναφέρεται σε όλους τους αποκλεισμένους από τις εκάστοτε δικτατορίες. Ο ίδιος, έχοντας βιώσει τα δρώμενα στην πατρίδα του, τις απηνείς διώξεις, το κλίμα εκφοβισμού και την αστυνόμευση της ιδιωτικότητας, είναι κατηγορηματικός∙ οι δικτατορίες προέρχονται απ’ οπουδήποτε και δεν γυρίζουν ποτέ να κοιτάξουν πίσω. Τηρούν τη συμφωνία με τον Άδη. Κερδίζουν την Ευρυδίκη τους. Η Ευρυδίκη τους είναι η εξουσία. Γράφει, άλλωστε, με εμφανή δόση ειρωνείας:
«Όσο πιο ισχυρή είναι η δικτατορία του προλεταριάτου τόσο μεγαλύτερη είναι η ελευθερία. Λέξεις γραμμένες ολούθε, στους τοίχους των αιθουσών, στα μπαλκόνια, κάτω απ’ το έμβλημα του κράτους. Όλοι τους περνούσαν κάτω απ’ τα πορφυρόχρωμα λάβαρα, καθώς αυτά κυμάτιζαν, χωρίς την παραμικρή έκπληξη. Εφόσον δεν εκπλήσσονταν μ’ αυτά, γιατί έπρεπε να γουρλώνουν τα μάτια στο άκουσμα παρόμοιων λέξεων, σχεδόν ομογάλακτων: όσο πιο κοντά ο καρκίνος τόσο πιο κοντά η ευτυχία».
(Εκδόσεις Μεταίχμιο. Μετάφραση: Νίκος Αναγνώστου).

«Αυτοπροσωπογραφία», Εντουάρ Λεβέ

«Δε γράφω ιστορίες. Δε γράφω μυθιστορήματα. Δε γράφω διηγήματα. Δε γράφω θεατρικά έργα. Δε γράφω ποιήματα. Δε γράφω αστυνομικά. Δε γράφω επιστημονική φαντασία. Γράφω θραύσματα». Σε αυτές τις οκτώ προτάσεις συνοψίζεται η ταυτότητα της Αυτοπροσωπογραφίας του Εντουάρ Λεβέ. Πράγματι, αν επιχειρούσαμε να κατατάξουμε το έργο σε κάποιο αφηγηματικό είδος, και να το καταχωρίσουμε στον πεζό ή στον ποιητικό λόγο, θα βρισκόμασταν μπροστά σε ένα αδιέξοδο διότι, με βάση τα αυστηρά φιλολογικά κριτήρια, είναι αδύνατη μια τέτοια προσπάθεια. Ευτυχώς, διέξοδο στην αμηχανία μας δίνει ο ίδιος ο συγγραφέας ονοματίζοντας το είδος του γραπτού του λόγου. Συνέχεια

«Οι αποκλεισμένοι», Ελφρίντε Γέλινεκ

Στη μεταπολεμική Αυστρία, τη δεκαετία του πενήντα που συντελείται το οικονομικό θαύμα, τέσσερις έφηβοι, λίγο προτού αποφοιτήσουν από το σχολείο, βιώνουν τη βιενέζικη ατμόσφαιρα καθώς προσπαθούν να βρουν τον προσανατολισμό τους μέσα από τη διαδικασία του αυτοπροσδιορισμού. Είναι η εποχή που το άτομο, κονιορτοποιημένο από τις βάναυσες συνθήκες του πολέμου, αλλά και καθυποταγμένο στην αδιάλλακτη ομοιομορφία του φασισμού όπου κάθε διαφοροποίηση ποινικοποιείται, αισθάνεται την υπαρξιακή έλλειψη ταυτότητας και αναζητεί διέξοδο με τον οποιοδήποτε τρόπο ώστε να νιώσει ζωντανό, ώστε να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι κρατάει τη μοίρα στα χέρια του. Συνέχεια

«Το ποτάμι στον καθρέφτη», Αικατερίνη Τεμπέλη

potami

«Το ποτάμι στον καθρέφτη» είναι ένα βιβλίο αποτελούμενο από δέκα αυτοτελή διηγήματα στα οποία πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα της καθημερινότητας, άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας. Επίκαιρα αρκετά από αυτά ίσως και εμπνευσμένα από τα ίδια τα γεγονότα που συντελέστηκαν και συντελούνται στην Ελλάδα της κρίσης. Η Κατερίνα Τεμπέλη καταφέρνει περίτεχνα να συνδυάζει το συναίσθημα με την καθαρή αλήθεια, απογυμνωμένη από κάθε τι το περιττό και διεισδύει στην ψυχοσύνθεση και στην τρέχουσα ψυχική κατάσταση των πρωταγωνιστών της χωρίς να ξεφεύγει από το σοβαρό και να καταλήγει στο δακρύβρεχτο. Πετυχαίνει να ισορροπήσει σε αυτήν τη λεπτή διαχωριστική γραμμή δίχως να χάσει το βηματισμό της, πράγμα που εξυψώνει και αναδεικνύει τον πυρήνα, την κυρίαρχη δύναμη των διηγημάτων της που είναι ο άνθρωπος.

Ξεκινώντας από το «Ομόνοια-Κηφισιά» και ολοκληρώνοντας με το «Μικρές αλλαγές σχεδίου» η συγγραφέας μας πηγαίνει ένα ξεχωριστό σεργιάνι σε διαφορετικές εποχές, σε γεωγραφικές τοποθεσίες που δεν περιορίζονται στα όρια του Ελλαδικού χώρου καθώς και ανάμεσα στο πραγματικό και την αλληγορία. Η γραφή της έχει συνοχή, έχει πυξίδα και προπαντός έχει συναίσθημα. Συνέχεια

«Η Αθήνα της μιας διαδρομής», Πέτρος Μάρκαρης

Με το βιβλίο του, Η Αθήνα της μιας διαδρομής, ο Πέτρος Μάρκαρης μας μυεί στις ιστορικές μυρωδιές της πρωτεύουσας παραθέτοντας στοιχεία (από το 1834 κι έπειτα, κυρίως, όποτε η Αθήνα έγινε η επίσημη πρωτεύουσα της Ελλάδας) και γοητευτικές ιστορίες. Αφορμή για την ξενάγηση είναι το αγαπημένο του μέσο μεταφοράς, ο Ηλεκτρικός, που η λειτουργία του εγκαινιάστηκε το 1869 κι έκτοτε επεκτάθηκε για να καταλήξει στη σημερινή του μορφή, με είκοσι τέσσερις σταθμούς, από τον Πειραιά ώς την Κηφισιά.

Ο Μάρκαρης αποβιβάζεται σε κάθε έναν από τους σταθμούς, διασχίζει τις κεντρικότερες οδικές αρτηρίες, τρυπώνει σε σοκάκια κι εγκαταλειμμένες συνοικίες, εντοπίζει μερικές διαφοροποιήσεις ή τις ολοκληρωτικές αλλαγές που επήλθαν με το πέρασμα των χρόνων, διερμηνεύει το οικονομικά θαύμα που συντελέστηκε μετά τη δεκαετία του πενήντα, αναπολεί τη χαμένη γεύση των μαγαζιών που συμπαρασύρθηκαν εξαιτίας της επικυριαρχίας των μεγάλων καταστημάτων και της αμφιλεγόμενης αισθητικής, νοσταλγεί και στηλιτεύει παραχωρώντας συχνά την πρωτοκαθεδρία στο δηκτικό του και, αναντίρρητης αισθητικής, χιούμορ.   Συνέχεια

«Το θέατρο του Σάμπαθ», Φίλιπ Ροθ

Στα εξήντα τέσσερά του, ο άλλοτε ταλαντούχος και φέρελπις Μίκι Σάμπαθ, παρατηρεί τη ζωή του να οδεύει προς την ολοκληρωτική καταστροφή ενόσω ο ίδιος φαίνεται ανίκανος να επιδράσει στο πεπρωμένο του, ανίκανος να ζήσει, ανίκανος να πεθάνει δίνοντας οριστικό τέλος μέσω της αυτοχειρίας. Το παρόν του ορίζεται μέσα από τα συντρίμμια του παρελθόντος. Ο θάνατος του μεγαλύτερου αδερφού του ‒λίγες μέρες προτού επιστρέψει στην πατρίδα‒ στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο τον στοιχειώνει. Η Νίκη, η πρώτη του γυναίκα, ηθοποιός και πρωταγωνίστρια στα έργα που σκηνοθετούσε ο Σάμπαθ, εξαφανίζεται πριν από μια παράσταση χωρίς ν’ αφήσει το οποιαδήποτε ίχνος, την παραμικρή εξήγηση. Έτσι, ο Μίκι Σάμπαθ, βασανίζεται επειδή δεν γνωρίζει αν ζει ή αν πέθανε, αν δολοφονήθηκε ή αν απέδρασε από την ασφυκτική, έγγαμη ζωή τους όπου η απιστία εκ μέρους του συζύγου της ήταν ένα καθημερινό δρώμενο. Συνέχεια