«Οι αποκλεισμένοι», Ελφρίντε Γέλινεκ

Στη μεταπολεμική Αυστρία, τη δεκαετία του πενήντα που συντελείται το οικονομικό θαύμα, τέσσερις έφηβοι, λίγο προτού αποφοιτήσουν από το σχολείο, βιώνουν τη βιενέζικη ατμόσφαιρα καθώς προσπαθούν να βρουν τον προσανατολισμό τους μέσα από τη διαδικασία του αυτοπροσδιορισμού. Είναι η εποχή που το άτομο, κονιορτοποιημένο από τις βάναυσες συνθήκες του πολέμου, αλλά και καθυποταγμένο στην αδιάλλακτη ομοιομορφία του φασισμού όπου κάθε διαφοροποίηση ποινικοποιείται, αισθάνεται την υπαρξιακή έλλειψη ταυτότητας και αναζητεί διέξοδο με τον οποιοδήποτε τρόπο ώστε να νιώσει ζωντανό, ώστε να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι κρατάει τη μοίρα στα χέρια του.

Τα δίδυμα αδέρφια Ράινερ και Άννα, ο Χανς και η Σοφία, είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας. Ο Ράινερ και η Άννα είναι ταγμένοι στην τέχνη. Ο Ράινερ διαβάζει Καμί και Σαρτρ, η Άννα ακούει μουσική και παίζει πιάνο. Αντιπροσωπεύουν, με την καχεκτική εμφάνισή τους και την ιδιομορφία του χαρακτήρα τους, την απόλυτη υπερίσχυση του πνεύματος επί του σώματος. Ο Χανς, αθλητικός με μυώδη μπράτσα, βιοπαλαιστής, είναι το αντίθετο άκρο. Όλος σώμα και καθόλου πνεύμα. Μόνο σώμα για το σώμα όπως γράφει και η Γέλινεκ. Η Σοφία προέρχεται από πλούσια οικογένεια, μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για τίποτα, να μην ανησυχεί για τίποτα, να δέχεται την προνομιακή της θέση στην κοινωνία ως κάτι το αυτονόητο. Μεταξύ της Σοφίας και των υπόλοιπων εφήβων ορθώνεται αξεπέραστο το ταξικό χάσμα. Η οικονομική της ευμάρεια και η κοινωνική της θέση, πόθοι ανομολόγητοι και ανεκπλήρωτοι για τα αδέρφια Βιτκόφσκι και τον Χανς, δεν παρεμποδίζει, φαινομενικά, τη συναναστροφή τους, θέτει όμως εκ προοιμίου όρια η υπέρβαση των οποίων καθίσταται αδύνατη. Η σχέση των τεσσάρων ποτέ δεν πρόκειται να φτάσει στην ολοκλήρωση, θα προσφέρει αναλαμπές χαράς και ιλιγγιώδεις απογοητεύσεις. Το ερωτικό ενδιαφέρον των δύο αγοριών για την αέρινη Σοφία διαρκώς ανακυκλώνεται, αναζωπυρώνεται με κάθε μικρή αφορμή, υπαρκτή ή πλασματική, και ποτέ δεν βρίσκει οριστική ανταπόκριση. Η παρατεταμένη αναβολή σηματοδοτεί μια προδιαγεγραμμένη ακύρωση που θα αργήσει πολύ να επέλθει γιατί η Σοφία είναι αποστασιοποιημένη από τα ανθρώπινα πάθη και ζει στον αποστειρωμένο κόσμο της έστω και αν, στιγμιαία, συμπαρασύρεται από την ανάγκη να ξεφύγει από το ορθό και να περιπέσει στο λάθος, στην παρακμή. Η αδιασαφήνιστη πρόθεσή της, η ανεκδήλωτη προτίμησή της για τον Ράινερ ή τον Χανς, που ουσιαστικά υποδηλώνει καμία προτίμηση για κανέναν από τους δύο, τελματώνει τον έρωτα της Άννας για τον Χανς. Όσο ο Χανς ελπίζει ότι η Σοφία θα του δοθεί τόσο δεν δίνεται ολοκληρωτικά στην Άννα που του έχει ήδη δοθεί. Ο πατέρας Βιτκόφσκι είναι πρώην αξιωματικός των Ες Ες με πληθώρα φονικών στο ενεργητικό του. Ανάπηρος, πια, εργάζεται ως θυρωρός και στον ελεύθερο χρόνο του, ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογράφηση, δηλαδή την απαθανάτιση της γυμνής γυναίκας του και των γεννητικών της οργάνων. Αισθάνεται στυλοβάτης της οικογένειας και δεν κατατρύχεται από καμία ενοχή για τις περασμένες του πράξεις, όταν δολοφονούσε εν ψυχρώ και χωρίς κανέναν οίκτο. Αντιθέτως, εκείνη η εποχή μοιάζει να του λείπει.

Το ηθικό χάος μιας ανθρωπότητας που καταβυθίστηκε στην άβυσσο του παραλόγου, μιας ανθρωπότητας που, μόλις έχει βγει από το πιο βαθύ σκοτάδι, εκλιπαρεί για την ελάχιστη σπίθα φωτός, διαποτίζει όλες τις πράξεις των τεσσάρων νεαρών. Συστήνουν μια συμμορία κι επιδίδονται σε ληστρικές επιδρομές έχοντας ως απώτατο σκοπό την ίδια την εγκληματική πράξη και όχι τα χρήματα καθεαυτά. Αρχηγός είναι ο Ράινερ που συμπεριφέρεται σαν να ενσαρκώνει τον Ξένο του Καμί. Το αναίτιο έγκλημα, το έγκλημα για το έγκλημα είναι, για τον ίδιο, η μοναδική έξοδος διαφυγής από τη σφαίρα της ανίας. Σταδιακά, θέτει τη δική του φιλοσοφία του εγκλήματος, προσχωρεί στις ρίζες του παράλογου, θεοποιεί το τίποτα ως το μοναδικό νόημα της ζωής, και οδηγεί τον εαυτό του στη διάπραξη του τέλειου εγκλήματος, του ψυχρού και απροσχεδίαστου, αυτού που εκτελείται για να διασπαστεί η ατέρμονη ροή της βαρεμάρας ακολουθώντας πιστά το γραπτό του μέντορά του: «Να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω έναν καφέ;» Έτσι, χωρίς να έχει προγραμματίσει κάτι, χωρίς να έχει προετοιμάσει κάτι, ένα συνηθισμένο πρωινό, χωρίς να έχει προηγηθεί οτιδήποτε συνταρακτικό ή δραματικό, ολοκληρώνεται ως άτομο εγκληματώντας κατά της ίδιας του της οικογένειας και το ψυχρό του έγκλημα συνοδεύεται από την ψυχρή του απάθεια.

 Elfriede Jelinek


Elfriede Jelinek

Η Γέλινεκ καταφέρνει, με απαράμιλλη ενάργεια, να μας παρουσιάσει την ανθρωπότητα που αναδύεται μέσα από τις στάχτες του πολέμου, ρίχνει τους λογοτεχνικούς της προβολείς στα μυριάδες προσωπικά ολοκαυτώματα που ακολούθησαν το μεγάλο ολοκαύτωμα. Παράλληλα, αντισυμβατική η ίδια, με την οξυδερκή της ματιά, καταδεικνύει τις δυσώδεις μικροαστικές συμπεριφορές. Η γλώσσα της είναι απλή και φέρει μέσα της μια αιμάσσουσα δυναμική. Κυρίαρχο στοιχείο του έργου της, αυτό που πρωτίστως θέλγει τον αναγνώστη, είναι ο ωμός και απαραβίαστος ρυθμός από την αρχή μέχρι το τέλος. Διαβάζοντας το βιβλίο εισπράττεις την εντύπωση ότι η σπουδαία αυτή συγγραφέας χρησιμοποίησε, κατά τη διαδικασία της δημιουργίας, συγκεκριμένους μουσικούς κανόνες. Για να μην διακόψει την αρμονική ροή ενσωματώνει ακόμη και τους διαλόγους στο αφηγηματικό σύνολο του έργου τοποθετώντας εντός παρενθέσεων το όνομα του εκάστοτε ομιλητή. Μέσα από την ήπια, χωρίς κορυφώσεις ή εξάρσεις ροή του έργου, προβάλλει βασανιστικά μια αιχμηρή σκληρότητα, ένας στυγνός ρεαλισμός περιβεβλημένος με το καθημερινό. Οικοδομεί περίτεχνα την ατμόσφαιρα που υπολανθάνει σε όλο τα έργο και, μέσω αυτής, διαφωτίζονται όλες οι, εκ πρώτης όψεως, αχρωμάτιστες και αντιδραματουργικές ενέργειες των πρωταγωνιστών. Έχει αποκλείσει τις επιτηδευμένες εντάσεις γιατί έχει φροντίσει, εξαρχής, να εμβολιάσει το έργο της με αργόσυρτη, υπόγεια ένταση. Η απόγνωση, η αποτυχία, το ανεκπλήρωτο, η ματαίωση, η καταδίκη εντός των ταξικών τειχών, φωλιάζουν στα ίδια τα πρόσωπα και στις απονενοημένες προσπάθειές τους να αλλάξουν την προκαθορισμένη και νομοτελειακή ισορροπία. Δεν χρειάζεται καμία απολύτως περαιτέρω ανάδειξή τους, καμία υπερβολή για να καταφανούν τα προσωπικά αδιέξοδα. Όλα φανερώνονται από μόνα τους μέσα από τις σιωπές των λόγων και των πράξεων, μέσα από την απροσπέλαστη μοναξιά των ηρώων, μέσα από την αδυναμία τους να υπερβούν τον περίκλειστο κόσμο τους εγκαθιστώντας κανάλια ουσιαστικής και βαθιάς επικοινωνίας.

Οι Αποκλεισμένοι είναι ένα κομψοτέχνημα ύφους και ρυθμού. Είναι μια ψύχραιμη θρηνωδία για τα πολυάριθμα ολοκαυτώματα του ατόμου, του κατακερματισμένου ατόμου ύστερα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που ανέλπιδα κυνηγάει μια υπόσταση που ποτέ δεν θα βρει. Είναι η εκτύλιξη του τραγικού χωρίς να έχει προϋπάρξει τίποτα τραγικό. Είναι το δράμα χωρίς τη συνδρομή του δραματικού. Είναι η τέχνη στην αστραφτερή της γυμνότητα.

(Εκδόσεις ΕΚΚΡΕΜΕΣ. Μετάφραση: Λευτέρης Αναγνώστου)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s