«Η τελευταία τριλογία», Σάμιουελ Μπέκετ

Η Συντροφιά, το Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο, και το Ολοταχώς προς το χειρότερο συνιστούν την τελευταία τριλογία του Σάμιουελ Μπέκετ η οποία κυκλοφορεί, όπως και οι Τρεις διάλογοι, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης. Το εξαιρετικά επίμοχθο μεταφραστικό έργο διεκπεραίωσε, εμβαθύνοντας σε κάθε φράση του συγγραφέα με εντατική προσήλωση για να μην αμβλυνθεί ο αρχικός ποιητικός αντίκτυπος της συναρμογής των λέξεων, ο Θωμάς Συμεωνίδης ο οποίος υπογράφει −και στα δύο βιβλία− τις εισαγωγές και τα επίμετρα με τρόπο που παραθέτει ακλόνητα τεκμήρια για την ολοκληρωμένη, πολύπλευρη σπουδή του πάνω στο έργο και τη ζωή του Ιρλανδού συγγραφέα και συμβάλλει καθοριστικά, μέσα από την ευρεία προσέγγιση που επιχειρεί, στην επίλυση της μπεκετικής εξίσωσης προσφέροντας έτσι δάδες περιπλάνησης στους αναγνώστες που πιθανώς, ερχόμενοι για πρώτη σε επαφή με τα έργα του Μπέκετ, σαστίσουν από τη φαινομενική σύμπλευση του ακατανόητου με το μαγευτικό, του εκ πρώτης όψεως απροσπέλαστου με τη δύναμη της ατόφιας τέχνης.

Αν κι έχουν εκφραστεί διαφορετικές απόψεις, καθώς άλλοι θεωρούν πως τα τρία έργα του Μπέκετ αποτελούν μέρη τριλογίας και άλλοι πως πρέπει να αντιμετωπίζονται μεμονωμένα, η προσωπική μου άποψη είναι πως, ακόμη και αν ο συγγραφέας τους δεν είχε τέτοια πρόθεση, υπάρχει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα κείμενα, ένας συνδετικός ιστός (αδιόρατος ίσως κάποιες φορές αλλά υπάρχει), μια μυστική επικοινωνία που μαρτυρείται από επαναλαμβανόμενες λέξεις-κλειδιά και από μια συγκεκριμένη πανοραμική σκηνοθετική ματιά, μια συστηματικότητα στην αναπαραγωγή των προβληματισμών και της κεντρικής θεματικής.

Όσα απασχόλησαν διαχρονικά τον Μπέκετ, και αναδύθηκαν μέσα από την πρώτη τριλογία του και τα θεατρικά, είναι περισσότερο εμφανή στη Συντροφιά όπου ένας άνθρωπος κείτεται ανάσκελα στο σκοτάδι και τη στάση του την πληροφορείται από μία φωνή. Γιατί στο σκοτάδι; Γιατί ανάσκελα; Γιατί μόνος; Γιατί η ύπαρξη του χρειάζεται την πιστοποίηση της φωνής; Ο Μπέκετ αποδύεται στην αποτύπωση της μοναξιάς τοποθετώντας, κατά την οικεία τακτική του, σώματα που παραμένουν ανέπαφα, σώματα που δεν αγγίζονται παρά μόνο συνειδητοποιούν την ύπαρξη ενός άλλου μέσω της φωνής έτσι ώστε κανείς να μην ξέρει αν πραγματικά γειτνιάζει με άλλον άνθρωπο ή, ο κάθε άλλος, είναι μια επινόηση που εκπηγάζει από την αδήριτη ανάγκη για συντροφιά:

«Επινοητής της φωνής και του ακροατή και του εαυτού του. Επινοητής του εαυτού του για να έχει συντροφιά. Ας το αφήσουμε έτσι. Μιλάει για τον εαυτό του όπως για κάποιον άλλο. Λέει μιλώντας για τον εαυτό του. Μιλάει για τον εαυτό του όπως για κάποιον άλλο. Φαντάζεται τον εαυτό του επίσης για να έχει συντροφιά. Ας το αφήσουμε έτσι. Η σύγχυση είναι επίσης συντροφιά μέχρις ενός σημείου. Καλύτερα μία κάποια ελπίδα παρά καμία. Μέχρις ενός σημείου. Μέχρι η καρδιά να αρχίσει να αρρωσταίνει. Συντροφιά επίσης μέχρις ενός σημείου. Καλύτερα μία άρρωστη καρδιά παρά καμία. Μέχρι που θα αρχίσει να ραγίζει. Έτσι μιλώντας για τον εαυτό του συμπεραίνει για την ώρα, Για την ώρα ας το αφήσουμε έτσι».

Αυτός ο άνθρωπος, εσαεί καταδικασμένος στην ειρκτή της μοναξιάς του, με τις διαπροσωπικές επικοινωνίες να κυμαίνονται μεταξύ του ανέφικτου και του ελλειμματικού, να είναι σποραδικές και στιγμιαίες, καταφεύγει στην επινόηση της συντροφιάς, γραπώνεται ακόμη και στην έσχατη σωστική λέμβο που δεν είναι παρά η επινόηση του ίδιου του εαυτού:

«Επινοημένος επινοητής τα επινοεί όλα αυτά για να έχει συντροφιά. Στο ίδιο σκοτάδι αποκύημα όπως και τα άλλα αποκυήματά του».

Ίσως ο Μπέκετ απόδωσε με τον τραγικότερο ποιητικό τρόπο την αίσθηση της απόλυτης και αναπόδραστης μοναξιάς, το δυστοπικό παρόν των ανθρώπινων σχέσεων όπου η εγγύτητα διαταράσσεται εξαιτίας της αποσύνδεσης του υποκειμένου από τον κόσμο. Κάποιος που κείτεται, μια φωνή που δεν γνωρίζουμε σε ποιον ανήκει και από πού προέρχεται, ένας ακροατής, το σκοτάδι. Κάθε κίνηση μοιάζει μάταιη. Κάθε κίνηση αποζητά έναν σκοπό και μια ερμηνεία. Πόσο πιο μόνος να νιώσεις όταν φτάνεις στο σημείο να θεωρείς τον ίδιο σου τον εαυτό αποκύημα, όταν καταλήγεις να πιστεύεις ότι δεν είσαι τίποτε άλλο παρά επινόηση μιας φωνής που παρεμβάλλεται στο σκοτάδι.

Η συλλογιστική του Μπέκετ λειτουργεί ακτινωτά. Συνταξιδεύει με τα μερικά αδιέξοδα, όπως τα αγεφυροποίητα χάσματα μεταξύ των ανθρώπων και η ανεκπλήρωτη επιδίωξη της συντροφικότητας, για να ελλιμενιστεί στα ολικό, δηλαδή τη σύγχυση και την ασάφεια που είναι, κατά τον ίδιο, οι μόνες κινητήριες δυνάμεις του κόσμου, οι μόνοι ερμηνευτικοί μοχλοί. Η μπεκετική σύγχυση και ασάφεια έχουν διττή υπόσταση. Από τη μία εστιάζεται στην απατηλή απεικόνιση των εικόνων του παρελθόντος και τον παραμορφωτικό καθρέφτη της μνήμης, και από την άλλη εντοπίζει την αδυναμία αντικειμενικής σύλληψης του κόσμου και μιας ομόφωνης ερμηνείας των στιγμών, των εμπειριών, των εικόνων. Από αυτή την έλλειψη συνταύτισης, ίσως, εκπορεύονται οι ατέρμονες, έστω και σε ελάχιστο χώρο, κινήσεις των σωμάτων του Μπέκετ, τα μέλη που κινούνται χωρίς ποτέ να κινούνται. Επιπρόσθετα, η έλλειψη κίνησης μοιάζει να προοιωνίζεται ή να επιφέρει τον θάνατο ενώ η απειροελάχιστη κίνηση ενός χεριού, ποδιού, κεφαλιού, σημαίνει την πεισματώδη συνέχιση μιας αβάσταχτης ζωής που είναι, όμως, σε κάθε περίπτωση, προτιμότερη από την κατάσταση της οριστικής ακινησίας, από την παντελή έλλειψη επινοημένων φωνών στο ατελεύτητο σκοτάδι.

Η σύγχυση αποτελεί το κύριο συστατικό και του Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο. Εδώ η σύγχυση εμφορείται στον ίδιο τον τίτλο. Ο Μπέκετ δηλώνει ουσιαστικά ότι η ανθρώπινη υπόστασή του είναι ικανή να συμμετέχει στην παρατήρηση του κόσμου αποσπασματικά, ζεύοντας την ταχυκίνητη ζωή για να οργώσει περιστασιακές, φωτογραφικές στιγμές. Στιγμές που σπανίως επαληθεύονται και, συχνότατα, αυτοαναιρούνται. Καθετί είναι άσχημα ειπωμένο γιατί, οτιδήποτε, για να ειπωθεί πρέπει να έχει διασταυρωθεί πέρα από το υποκείμενο και να συγκεντρώνει πολλαπλές ομοιάζουσες εμπειρίες, κάτι που στο μπεκετικό σύμπαν αντιτίθεται στην ίδια τη φύση:

«Κιόλας όλα συγχέονται. Πράγματα κι επινοήματα. Όπως πάντα. Συγχέονται και αυτοαναιρούνται».

Samuel Beckett

Samuel Beckett

Ο Μπέκετ αμφισβητεί την πραγματικότητα, όπως εκλαμβάνεται από την όραση και διοχετεύεται στο νου −προκειμένου να επεξεργαστεί και να συνταιριάξει στους αρμούς της αντίληψης− κατονομάζει ως ισοδύναμους ψεύτες και τα δύο (μάτια και νου), κατεδαφίζει την πραγματικότητα όταν αναρωτιέται ποιο είναι το αντίθετό της, το αντίδοτό της, αναιρεί κάθε αφηγηματικό του σημάδι επανατοποθετώντας αντικείμενα, αναδιατάσσοντας χώρους, μετατοπίζοντας παρουσίες, αφαιρώντας στο τέλος όλα, αργά αργά, για να απομείνει το απόλυτο κενό∙ ένα καρφί στον τοίχο. Ένα καρφί που σηματοδοτεί την αναθεώρηση της ιστορίας, το στήσιμο του σκηνικού εξαρχής, τις διαθέσιμες ατραπούς ανέκφραστων οδών −κυρίως αυτών−, την προσπάθεια να ειπωθεί άσχημα ό,τι έχει άσχημα ιδωθεί:

«Και από εδώ και στο εξής. Πρώτα έφυγαν τα ριντό χωρίς απώλεια στο σκοτάδι. Γλυκιά πρώτη γεύση της χαράς στο τέλος του ταξιδιού. Μετά ύστερα από αρκετούς δισταγμούς κανένα ίχνος από τα αντικείμενα και τα σημεία της πτώσης. Κανένα ίχνος από άλλη φασαρία. Σχεδόν κανένα. Μόνα στη μία πλευρά τα κουρτινόξυλα μόνα. Ελαφρά λυγισμένα. Και μόνο από την άλλη πολύ μόνο το καρφί. Άθικτο. Όλα έτοιμα για χρήση ξανά».

Ακριβώς. Όλα έτοιμα για χρήση ξανά. Για μια καλύτερα αποτυχημένη αναδιατύπωση. Για μια καλύτερη χειρότερη επαναπροσέγγιση. Το μάτι ανοίγει και κλείνει. Το μάτι συλλέγει τα θραύσματα της ανείπωτης πραγματικότητας. Η αντίθεση λευκού και μαύρου υπερτονίζει την πανδαισία της πολυσημίας.

Στο Ολοταχώς προς το χειρότερο ο Μπέκετ εξαντλεί τα εκφραστικά όρια. Οι λέξεις, αντί να πυροδοτούν εκφραστική έξαρση, αντί να είναι εργαλεία στην υπηρεσία μιας ανεξάντλητης φαντασίας και όργανα αντικειμενικής απεικόνισης της πραγματικότητας, κονιορτοποιούνται σε αδύναμους σβόλους μηδαμινής επιρροής. Η ευστοχία των λέξεων είναι ανύπαρκτη. Η αστοχία του μυαλού παράγει διαφανείς λέξεις, λέξεις χωρίς περιεχόμενο, λέξεις όπου η ζωή απουσιάζει και η εμπειρία ουδέποτε καταγράφεται επαρκώς. Το εναγώνιο και αδυσώπητο κυνήγι της θήρευσης των κατάλληλων λέξεων, αυτή η ανέλπιδη και μάταιη κατά τον Μπέκετ πνευματική δραστηριότητα, είναι ένας μονόδρομος προς το χειρότερο. Κάθε προσπάθεια έκφρασης, περιγραφής, διατύπωσης, είναι καταδικασμένη να συγκρούεται παταγωδώς στο τείχος της αποτυχίας εξαιτίας της έμφυτης σύγχυσης που ποτέ δεν υποχωρεί, που πάντα κραδαίνει τα παρμένα από την καθημερινότητά της όπλα για να κατατροπώσει τη σαφήνεια, την αστραφτερή επιφάνεια της μονοδιάστατης παραδοχής και αντίληψης. Ο Μπέκετ φτάνει στο άκρο. Να βλέπει λιγότερο. Να μην βλέπει καθόλου ώστε να μην έχει ανάγκη τις λέξεις. Οι λέξεις να είναι περιττές όσο και αναγκαίες. Θνησιγενείς και ζείδωρες. Με λέξεις επισημαίνει την ανίσχυρη υπόσταση των λέξεων. Με λέξεις πριονίζει τις λέξεις:

«Λιγότερο. Λιγότερο ιδωμένο. Λιγότερο να βλέπει. Λιγότερο ιδωμένο και να βλέπει όταν με λέξεις παρά όταν χωρίς. Όταν με κάποιον. Όλα εκεί όπως όταν χωρίς λέξεις. Όπως όταν αδιέξοδο. Μόνο όλα σκοτεινιασμένα. Μέχρι νεκρή στιγμή ξανά. Όχι λέξεις ξανά. Αδιέξοδο ξανά. Μετά όλα ασκοτείνιαστα. Βλέμμα ασκοτείνιαστο. Ώστε οι λέξεις είχαν σκοτεινιάσει».

Ο Μπέκετ ανηφορίζει τη συγγραφή στα πρανή δύσβατων βουνών των οποίων οι κορυφές στεφανώνονται από την αχλύ της μορφής και την ακατασίγαστη έγνοια για μια τέχνη που θα ξεπερνά τα σεβαστά περασμένα έχοντας υπόψη της ένα αμφιλεγόμενο παρόν κι ένα απόν μέλλον. Στη γραφή του αναδεύονται επιρροές και κτήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Ποίηση, πρόζα, κινηματογράφος, θέατρο, ζωγραφική, φιλοσοφία. Η θεμελιώδης ικανότητά του έγκειται στο ότι κατάφερε να συνδυάσει όλα αυτά δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο όπου τα επιμέρους όρια είναι δυσδιάκριτα. Δεν είδε τη συγγραφή ως ένα αποκομμένο, από όλα τα υπόλοιπα, πεδίο δημιουργίας. Ήταν ένας καλλιτέχνης και η γραφή ήταν το μέσο του. Την έπλασε και την αναδημιούργησε. Έφτασε στα υπέρτατα όρια της αφαίρεσης. Μεταχειρίστηκε τον λόγο σαν έκνομος. Δεν συμβιβάστηκε με την προϋπάρχουσα λογοτεχνική παράδοση. Την πήρε και την πήγε παραπέρα. Στην τελευταία τριλογία του ο Μπέκετ δεν γράφει. Σκηνοθετεί. Σκηνοθετεί λέξεις και πρόσωπα. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Σταδιακά, όσο προχωρά η ανάγνωση, σε αναγκάζει να κάτσεις στην καρέκλα του σκηνοθέτη, σου δανείζει τα μάτια του για να διαπιστώσεις τη σύγχυση και την ασάφεια, την αδυναμία έκφρασης του ανέκφραστου, τη θολή προμετωπίδα των πανίσχυρων, ανίσχυρων, λέξεων. Αποχωρεί αλλά είναι εκεί όποτε χρειάζεται. Στο τέλος, παρά τις πεποιθήσεις του, θριαμβεύει το ανέκφραστο και το άσχημα ειπωμένο γιατί, από την πλευρά του αναγνώστη, δεν μπορεί να είναι παρά όμορφα ιδωμένο και ιδανικά εκφρασμένο.

Συνοψίζοντας, παραθέτω ένα απόσπασμα από το επίμετρο του Συμεωνίδη:

«Θα μπορούσαμε να πούμε σχηματικά ότι στη Συντροφιά υπάρχει έμφαση στην αποτυχία της μνήμης, στο Άσχημα ιδωμένο, άσχημα ειπωμένο της αντίληψης, στο Ολοταχώς προς το χειρότερο της γλώσσας».

Ο Θωμάς Συμεωνίδης, συγγραφέας του μυθιστορήματος Γίνε ο ήρωάς μου! (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης), έδωσε, ως δημιουργός, ένα έργο που εκτείνεται πέραν των πατριδοκεντρικών στερεοτύπων και άφησε το στίγμα του στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Ως μεταφραστής ενός αγαπημένου του συγγραφέα αποδεικνύεται φιλόστοργος κι ευρυμαθής, άνθρωπος που, πρωτίστως, σέβεται το αναγνωστικό κοινό κι εγκύπτει στα πρωτόλεια με ευλαβική συγκέντρωση. Οι εισαγωγές και, ιδιαιτέρως, τα επίμετρά του είναι πολύτιμα συνοδευτικά εργαλεία. Αποσυσκοτίζουν τις μπεκετικές κρύπτες. Συνδράμουν καίρια στη λύση της μπεκετικής εξίσωσης. Επεξηγούν εμπεριστατωμένα την αλληλεπίδραση του Μπέκετ με τη φιλοσοφία και τη ζωγραφική. Ειδικά, στο Ολοταχώς προς το χειρότερο, όπου η μετάφρασή του προκειμένου να διατηρηθεί ο χαρακτήρας της αρχικής γλώσσας, το ύφος, και η ιδιότυπη, όσο και έμμεση, ποιητικότητα, ο Συμεωνίδης μάς καλεί να επανεξετάσουμε τον ρόλο και την κομβική σημασία των μεταφραστών στην επανεκτίμηση σπουδαίων συγγραφέων. Εν ολίγοις, ως βυθοκόρος ο ίδιος της πολυσήμαντης προσωπικότητας του Σάμιουελ Μπέκετ, διαπλατύνει τους ορίζοντες κατανόησης μιας εμβληματικής συγγραφικής φυσιογνωμίας.

Αποτιμώντας το συνολικό έργο του Μπέκετ δεν μπορώ παρά να ανατρέξω πάλι στο επίμετρο του Συμεωνίδη όπου παρατίθεται ένα απόσπασμα από το δοκίμιο (του Μπέκετ) για το Finnegan’ s wake του Joyce:

«Η μορφή είναι περιεχόμενο, το περιεχόμενο είναι μορφή. […] το έργο του δεν αναφέρεται σε κάτι∙ είναι αυτό το ίδιο κάτι».

(Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μετάφραση-εισαγωγή-επίμετρο: Θωμάς Συμεωνίδης)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s